Μαλαματένια λόγια (ανάλυση ποιήματος)

Εισαγωγή

Το μελοποιημένο ποίημα Μαλαματένια Λόγια γράφτηκε από τον Μάνο Ελευθερίου κι αποτελεί ένα από ομορφότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί τον περασμένο αιώνα στην χώρα μας, κατά την ταπεινή μου γνώμη.

Θα προσπαθήσω μια ανάλυση του τραγουδιού. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει με μετρήσιμη επιτυχία, καθώς είναι πρωτίστως τέχνη κι όχι ιστορική καταγραφή.

Τέχνη και Ιστορικές πράξεις

Πρέπει να έχουμε υπόψιν την διάκριση μεταξύ ιστορικών πράξεων και τέχνης κατά A. Shopenhauer όπως την μεταφέρει ο χρήστης StavmanR στο Forum του MusicHeaven, όταν μιλούμε για ανάλυση ποίησης ή στίχων.

“Η εξωτερική σπουδαιότητα μιας πράξης μετριέται ανάλογα με τις επιδράσεις της πάνω στον πραγματικό κόσμο και με τις συνέπειές της για τον πραγματικό κόσμο. Η εσωτερική όμως σπουδαιότητα έγκειται στον βαθύ ορίζοντα που η πράξη αυτή ανοίγει μπροστά μας απλώνοντας φως πάνω σε μερικές πλευρές της ανθρώπινης φύσης, που αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητες. Μονάχα η εσωτερική σημασία της πράξης έχει αξία για την τέχνη. Η εξωτερική σημασία των πράξεων παρουσιάζει ενδιαφέρον για την ιστορία. Η μια είναι εντελώς ανεξάρτητη από την άλλη και μπορούν αδιάφορα να συνυπάρχουν και οι δύο μαζί ή να παρουσιάζονται χωριστά. Μια σημαντική πράξη για την ιστορία, μπορεί, αν την εξετάσουμε καθαυτή, να ‘ναι κοινότατη κι ολωσδιόλου ασήμαντη. Αντίθετα, πάλι, μια συνηθισμένη σκηνή της καθημερινής ζωής, μια οποιαδήποτε οικογενειακή σκηνή μπορεί να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον , από ιδεαλιστική άποψη, αν τύχει και φωτίζει άπλετα και ζωηρά τα ανθρώπινα όντα, τις πράξεις τους και τους πόθους τους μ’ ένα φως που φτάνει ως τις πιο απόκρυφες πτυχές του βάθους τους. Όποια κι αν είναι λοιπόν η σπουδαιότητα του επιδιωκόμενου σκοπού και τα επακόλουθα της πράξης, η ουσία μπορεί να είναι η ίδια. Έτσι είναι για την τέχνη αδιάφορο αν θα δουλέψει πάνω σε θέμα υπουργών που σκυμμένοι πάνω στο χάρτη διαφιλονικούν αναμεταξύ τους για χώρες και λαούς ή χωρικών που καθισμένοι γύρω σε ένα τραπέζι ταβέρνας φιλονικούν για την έκβαση μιας παρτίδας πρέφας. Το θέμα είναι εντελώς αδιάφορο, όπως αδιάφορο είναι για το σκακιστή αν παίζει σκάκι με χρυσά ή ξύλινα πιόνια.”

Ιστορικά στοιχεία

Την 1η Μαΐου του 1944 στο «Σκοπευτήριο της Καισαριανής», εκτελούνται 200 Έλληνες αγωνιστές από τα κατοχικά στρατεύματα, ως εκδίκηση για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού. Ο Ελευθερίου είναι μόλις 6 ετών, αλλά το γεγονός αυτό στιγμάτισε μια ολόκληρη γενιά και στα μάτια των Κομμουνιστών τουλάχιστον, συνδέθηκε άρρηκτα με τα ιδεολογικά τους ξαδέλφια τους ακροδεξιούς1.

Η Ελλάδα του 1946 είναι ιδεολογικά διχοτομημένη σε «αριστερούς» και «δεξιούς» με αποτέλεσμα τον Ελληνικό εμφύλιο (1946-49). Είναι η αρχή του Ψυχρού πολέμου και στην Ελλάδα θα παιχτεί το πρώτο επεισόδιο.

Οι κομμουνιστές χάνουν τον πόλεμο κι υπόκεινται σε διώξεις, εξορία και λογοκρισία2. Οι συστηματικοί βασανισμοί, διωγμοί σε ξερονήσια (π.χ. Μακρόνησος, Άη Στράτης), στρατοδικεία και φυλακισμοί των Κομμουνιστών θα σταματήσουν το 1974 με την μεταπολίτευση.

Ο Ελευθερίου ανήκει στους αριστερούς και θα πέσει θύμα λογοκρισίας η δουλειά του την περίοδο της επταετίας. Ο στίχος «…παρά να ζεις με αυτήν την συμμορία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» θα λογοκριθεί σε «…παρά να ζεις με αυτήν την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» όπως επίσης κι ο στίχος «… Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή …» θα αλλαχτεί σε «… Με ‘δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας μέρα κακή …». Και οι δύο λέξεις αποτελούν άμεση αναφορά στην Χούντα των Συνταγματαρχών που καταλαμβάνει την χώρα την 21η Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή.

Σχετικά με τον Γιώργο Σεφέρη

Σύμφωνα με λήμμα στην wikipedia, Ο Μ. Ελευθερίου δημοσιεύει το τραγούδι στον δίσκο «Θητεία» το 1974, μετά την πτώση της Χούντας. Ο δίσκος - και πιθανότατα το «Μαλαματένια λόγια» - γράφετε από το 1971, άρα γράφετε μέσα στην επταετία.

Το 1971 είναι σημαντική χρόνια για τον Μ. Ελευθερίου. Οι σαφείς αναφορές των στίχων στον Γιώργο Σεφέρη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αμφιβολίες, ο θάνατος του Σεφέρη το 1971 αποτελεί την αφορμή για να γραφτεί το τραγούδι.

Η αναφορά στον Σεφέρη, μπορεί να χρησιμοποιείται και γιατί αποτελούσε πιθανότατα μέρος της διδακτικής ύλης στα σχολεία εκείνη την περίοδο.

Ο Γ. Σεφέρης γεννήθηκε το 1900 και είναι ένας από τους τρεις σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα μαζί με τους Ο. Ελύτη και Κ. Π. Καβάφη. Είναι ένας από τους δύο Έλληνες που έχει βραβευθεί με Νόμπελ λογοτεχνίας (1963).

Το γεγονός πως προσωπικότητες όπως ο T. S. Eliot είχαν προτείνει τον Σεφέρη για Νόμπελ το 1955 και το 1961 δείχνει την καθολική αναγνώριση στο πρόσωπο του Έλληνα ποιητή, σε παγκόσμια κλίμακα, από τις αρχές της δεκαετίας του 50’.Ο Σεφέρης στην Ελλάδα είναι ο αδιαμφισβήτητος πνευματικός ηγέτης της χώρας.

Ο θαυμασμός του Μ. Ελευθερίου για τον Σεφέρη, αντανακλάται ξεκάθαρα και στην κριτική που ασκεί το 2010 στον Κόλια (γνωστό ως Ν. Καββαδία).

Ο Σεφέρης όμως δεν είναι «αριστερός». Τουλάχιστον όχι με την συμβατική έννοια. Είναι «αστός» με ότι αυτό συνεπάγεται. Τονίζει την ανωτερότητα του, περιφρονεί άλλους ποιητές (π.χ. Κόλλιας, Καρυωτάκης) και διαφοροποιείται από την «κατώτερη τάξη» με κάθε ευκαιρία. Είναι επίσης ξεκάθαρο πως δεν είναι «δεξιός» αλλά η Χούντα προσπαθεί να τον προσαρτίσει τα πρώτα χρόνια.

Αν και θα συνεργαστεί με τον Θεοδωράκη το 1960, θα αρνηθεί να συνδράμει σε δουλειά του ίδιου κι άλλων «αριστερών» καλλιτεχνών το 1968, καθώς το θεωρεί αδιάφορο. Το 1969, θα μιλήσει πρώτη φορά δημόσια κατά της Χούντας δημόσια.

Η κηδεία του Γ. Σεφέρη το 1971 αποτελεί μια από τις ελάχιστες πορείες διαμαρτυρίας κατά της «Χούντας των Συνταγματαρχών»

Το ποίημα

Το ποίημα θεωρώ πως αναφέρεται ευθέως στους μαθητές από 12 έως 18 ετών της εποχής εκείνης.

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι, τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές, τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι, σου μάθαινε το αύριο και το χθες, μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη, με του καιρού δεμένος τις κλωστές.

Η πρώτη στροφή είναι άμεση αναφορά στα παιδιά που διδάσκονται Σεφέρη και ταυτόχρονα μια αυτοκριτική, καθώς ο ποιητής θεωρεί πως δεν μπορεί να ξεπεράσει τα δεσμά του, κάτι που θα το «πληρώσει» αργότερα.

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία, που στράγγιξες χαμένα μια γενιά, καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία, και να `σουν ράφτρα μες στην κοκκινιά, κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Η δεύτερη στροφή και πάλι αναφέρεται στα παιδιά που μεγαλώνουν κατά την διάρκεια της επτα-ετίας και διαβάζουν Σεφέρη, όμως μεταφράζουν τα ποιήματα του Σεφέρη κατά την ανάγνωση/αφήγηση των Χουντικών.

Ας έχουμε κατά νου πως δεν υπήρχε καμία ένδειξη το 1971 που γράφονται οι στίχοι, πως η Χούντα θα πέσει σε 3 χρόνια και θα έρθει η μεταπολίτευση κι όχι μια άλλη Χούντα ή ένας ακόμη εμφύλιος. Ο Ελευθερίου θεωρεί την «πλήση εγκεφάλου» δεδομένη, για την νέα γενιά.

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι, απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή, στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι, τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή, και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή.

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι, τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά, κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει, ένα σκυλί τη νύχτα που διψά, γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη, παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια, θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή, πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή.

Στις 3 παραπάνω στροφές ο ποιητής αναφέρεται στους διωγμούς των αντιφρονούντων, κυρίως των Κομμουνιστών. Η αναφορά στην Καισαριανή σημαίνει πως ο ποιητής δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην περίοδο της επταετίας, αλλά ξεκινά από πολύ πριν, καθώς μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που οι ακρο-δεξιές παρατάξεις με μια ή άλλη μορφή είναι πάντοτε στην εξουσία (1940-1974).

Ο ποιητής που αναφέρει η τελευταία στροφή επάνω, είναι ο Σεφέρης, που όπως γράψαμε πεθαίνει το 1971.

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι, ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά, ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη, και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά, μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.

Εδώ ο ποιητής αναρωτιέται πιος γράφει την ιστορία, τα ιστορικά βιβλία που θα διαβάσουν οι επόμενες γενιές. Ποια αφήγησει των γεγονότων θα κυριαρχίσει. Στο τέλος αναρωτιέται ποιος θα αντικαταστήσει τον Σεφέρη.

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή, τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες, με πήραν και με βάλαν σε κλουβί και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.

Ο ποιητής αναφέρεται ευθαίως στην Παρασκευή 21ης Απριλίου του 1967. Πέφτει θύμα λογοκρισίας, δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί, δεν μπορεί να διδάξει και να πει την αλήθεια, στην νέα γενιά.

Η αναφορά στους «αργυραμοιβούς» πιθανώς είναι στις ξένες δυναμείς που στήριζαν περισσότερο ή λιγότερο την Χούντα.

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς.

Στην τελευταία στροφή προβλέπει το ζοφερό μέλλον, όπου οι νέοι θα τον κατηγορούν ως «κακούργο» γιατί αυτό θα έχουν διδαχτεί. Το όνομα του θα μείνει στην ιστορία με αρνητικό στίγμα για πάντα.

Επίλογος

Θεωρώ πως γράφοντας το τραγούδι ο Ελευθερίου δεν αναφέρεται μόνο στον εαυτό του, αλλά σε όλους τους σημαντικούς «αριστερούς» καλλιτέχνες που έδρασαν από το 1930 έως το 1970 (Ρίτσος, Λειβαδίτης, Θεοδωράκης, κλπ.).

Χρησιμοποιήσα πολλές διαδικατυακές πηγές για να γράψω αυτήν την ανάλυση. Τις αναφέρω πιο κάτω, τους ευχαριστώ όλους. Χωρίς αυτούς μια ανάλυση θα ήταν πολύ πιο δύσκολη.

Πηγές

  1. Είναι πολύ δύσκολο να κριθεί αντικειμενικό το μέγεθος της υπερβολής. Πρέπει να έχουμε κατά νου πως εκείνη την εποχή οι δύο παρατάξεις ήταν απόλυτες.

  2. Αξίζει να διαβάσετε για τον Ελληνικό εμφύλιο στο σχετικό λήμμα της Βίκιπαιδίας.`”