Panagiotis Atmatzidis

a digital diary

Η Ιταλίδα

| Comments

Σήμερα το πρωί ήρθε στο φαρμακείο ο κυρ Γιάννης. Ποτέ δεν ρώτησα την ηλικία του. Ο κυρ Γιάννης είναι συμπαθητικός. Είναι πάντοτε χαμογελαστός, ευγενικός και καλοσυνάτος.

Αφού πήρε το φάρμακο με κοίταξε χαμογελώντας και με ρώτησε «Εσύ μιλάς Ιταλικά;», «Ναι!» του απάντησα εγώ με ενθουσιασμό, «Εσύ μοιάζεις τον πατέρα σου!» μου είπε.

Ο κυρ Γιάννης ξέρει πως η μητέρα μου είναι Ιταλίδα κι όταν έρχεται του αρέσει να της μιλάει στα Ιταλικά . «Ξέρεις στην κατοχή, το 1941, εγώ έμαθα Ιταλικά. Πολλά Ιταλικά!» είπε και συνέχισε «Στο χωριό μου ήρθαν πρώτα οι Γερμανοί. Δεν μπορούσες να τους πλησιάσεις στα δέκα μέτρα, σε πυροβολούσαν! Σκότωσαν πολλούς οι Γερμανοί!». Σταμάτησε ο κυρ Γιάννης να πάρει μια ανάσα, σαν να θυμήθηκε κάτι άσχημο, το πρόσωπο του σκοτείνιασε για λίγο, για μια στιγμή.

Έπειτα συνέχισε χαμογελώντας «Μετά έμεινε η διοίκηση των Γερμανών και ήρθαν οι Ιταλοί. Οι Ιταλοί μας έλεγαν buon giorno, μας ρωτούσαν ποιος είναι ο πατέρας σου;, ποια είναι η μάνα σου;».

Έσκυψε σχεδόν συνωμοτικά και συνέχισε «Ξέρεις οι Ιταλοί, έτρωγαν το μισό φαγητό και το άλλο μισό το ‘δίναν σε ‘μας. Αν περίσσευε πολύ στην κατσαρόλα, μας ‘βάζαν μέσα να φάμε και κρατούσαν καραούλι απ’ όξω. Έτσι κι ερχόταν κανείς σφύριζαν μια, κι εμείς πηδούσαμε απ’ το παραθύρι! Τρέχαμε, ουυυυ, πως τρέχαμε!» είπε κουνώντας τα χέρια ο κυρ Γιάννης, «καμιά φορά μας έκαμαν πλακά, για να τρέχουμε! Μετά μας μάζευαν να τελειώσουμε την κατσαρόλα. Οι Ιταλοί ήταν άνθρωποι, οι άλλοι ήταν γαϊδούρια!». Παρακολουθούσα με ενδιαφέρων. Δεν είχα σκεφτεί πως ο κυρ Γιάννης έζησε και θυμόταν την κατοχή.

«Ξέρεις, στα 18 έφυγα με ένα φίλο να πάω στην Αμερική. Αλλά γύρισαν το καράβι πίσω οι Αμερικάνοι. Όταν φτάσαμε στην Τεργέστη μας φυλάκισαν οι Ιταλοί, μέχρι να μας στείλουν στην Ελλάδα», πήρε μια ανάσα και συνέχισε απτόητος, «εκεί γνώρισα έναν Ιταλό. Εγώ μιλούσα Ιταλικά από την κατοχή. Είχα καλή προφορά. Μια μέρα ήρθε η κοπέλα του, να του πει ότι θα πάει την Αμερική. Εκείνος της φώναξε πως εδώ έχει δύο Έλληνες που πήγαν στην Αμερική και τους γύρισαν πίσω, εκείνη δεν πίστευε. Με φώναξε να της μιλήσω στα Ιταλικά. Της είπα ότι να… Μας γύρισαν πίσω», σταμάτησε να πάρει δύο ανάσες «εκείνη χαμογέλασε, μου έστειλε ένα φιλί… Έτσι με το χέρι να» είπε κι έβαλε την παλάμη στα χείλι του «μου είπε πως λέω ψέματα. Μου ‘κλεισε το μάτι κι έφυγε. Δεν την ξαναείδα.» έλαμπε ολόκληρος ο κυρ Γιάννης «Μωρέ… Πουτάνα ήταν!» συμπλήρωσε γρήγορα και γέλασε αμήχανα κοιτώντας το πάτωμα.

Σύμφωνα με υπολογισμούς που έκανα αργότερα, ο κυρ Γιάννης πρέπει να φυλακίστηκε στην Τεργέστη κοντά στο 1952.

Ο κυρ Γιάννης έκανε να φύγει. Πριν κλείσει η πόρτα, γύρισε χαμογελαστός όπως πάντα και μου είπε «Εσύ μοιάζεις τη μάνα σου!».